Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η -λατρία οι -λατρίες
      γενική της -λατρίας των -λατριών
    αιτιατική τη(ν) -λατρία τις -λατρίες
     κλητική -λατρία -λατρίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

-λατρία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή -λατρία < -λάτρ(ης) + -ία < λατρεύω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /laˈtɾi.a/
τυπογραφικός συλλαβισμός: -λα‐τρί‐α
ομόηχο: λατρεία

  ΕπίθημαΕπεξεργασία

-λατρία θηλυκό

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική -λατρί αἱ -λατρίαι
      γενική τῆς -λατρίᾱς τῶν -λατριῶν
      δοτική τῇ -λατρί ταῖς -λατρίαις
    αιτιατική τὴν -λατρίᾱν τὰς -λατρίᾱς
     κλητική ! -λατρί -λατρίαι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  -λατρί
γεν-δοτ τοῖν  -λατρίαιν
Το δίχρονο φωνήεν της παραλήγουσας είναι βραχύ.
1η κλίση, ομάδα «χώρα» Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

-λατρία < -λάτρ(ης) (που υπηρετεί το θεό) + -ία < λατρεύω. Το ουσιαστικό λατρεία σήμαινε μια μισθωτή υπηρεσία < λάτρον (μισθός, πληρωμή)[1]

  ΕπίθημαΕπεξεργασία

-λατρία θηλυκό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. «λατρεύω, λατρεία» - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.