Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο τραγανός η τραγανή το τραγανό
      γενική του τραγανού της τραγανής του τραγανού
    αιτιατική τον τραγανό την τραγανή το τραγανό
     κλητική τραγανέ τραγανή τραγανό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι τραγανοί οι τραγανές τα τραγανά
      γενική των τραγανών των τραγανών των τραγανών
    αιτιατική τους τραγανούς τις τραγανές τα τραγανά
     κλητική τραγανοί τραγανές τραγανά
όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τραγανός < ελληνιστική κοινή τραγανός < αρχαία ελληνική τρώγω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /tɾaɣaˈnɔs/
τυπογραφικός συλλαβισμός: τρα‐γα‐νός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

τραγανός, -ή, -ό

  1. που έχει ξεροψηθεί κι, όταν το το μασάς, τρίζει
  2. κρουστός, σκληρός (στην υφή) (π.χ. για φρούτα: κεράσια κ.λπ.
  3. (ουσιαστικοποιημένο) τραγανό: χόνδρος (στο αφτί, τη μύτη κ.α.)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία