Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τρίζω <αρχαία ελληνική τρίζω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈtɾi.zɔ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

τρίζω

  1. βγάζω λεπτό, ξερό και τρεμουλιαστό ήχο
    το παλιό ξύλινο πάτωμα έτριζε κάθε φορά που κάποιος περπατούσε πάνω του
  2. (μεταφορικά) για κάτι που βρίσκεται σε κρίση ή κλονίζεται
    τρίζουν τα θεμέλια της οικονομίας

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία