Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κλονίζομαι < κλονίζω

  ΡήμαΕπεξεργασία

κλονίζομαι

  1. ανακινούμαι έντονα, ταράζομαι

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία