Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το τριζόνι τα τριζόνια
      γενική του τριζονιού των τριζονιών
    αιτιατική το τριζόνι τα τριζόνια
     κλητική τριζόνι τριζόνια
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τριζόνι < τρίζω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τριζόνι ουδέτερο

  1. (εντομολογία) ο γρύλος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία