Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

crépiter < λατινική crepitare

  ΡήμαΕπεξεργασία

crépiter (fr)

  1. τρίζω, κροταλίζω, τραγανίζω
    le feu crépite - η φωτιά τρίζει
    les bulles du champagne crépitent - οι φυσαλίδες της σαμπάνιας τρίζουν

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία