Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική στρατάρχης στρατάρχες
γενική στρατάρχη στραταρχών
αιτιατική στρατάρχη στρατάρχες
κλητική στρατάρχη στρατάρχες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

στρατάρχης < αρχαία ελληνική στρατάρχης < στρατός + -άρχης < ἄρχω (εξουσιάζω)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

στρατάρχης αρσενικό

  • ο ανώτατος βαθμός αξιωματικού στους στρατούς ξηράς, αμέσως ανώτερος του στρατηγού, που αντιστοιχίζεται στο βαθμό OF-10 του NATO. Προβλέπεται για διοίκηση σχηματισμών μεγαλύτερων της στρατιάς.

  ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  • χρήση του όρου υπάρχει και στην πολεμική αεροπορία, στρατάρχης της αεροπορίας, που σημαίνει τον ανώτατο στρατιωτικό βαθμό του κλάδου, πάνω από εκείνον του πτέραρχου

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία