Δείτε επίσης: général

Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

general < αγγλονορμανδική general, generall < μέση γαλλική general < λατινική generalis < genus + -alis

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

general (en)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

general (en)



Ισπανικά (es) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

general (es)

  1. γενικός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

general (es) αρσενικό

  1. στρατηγός



Πορτογαλικά (pt) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

general (pt)

  1. στρατηγός



Ρουμανικά (ro) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

general (ro) αρσενικό

  1. ο διευθυντής

ΚλίσηΕπεξεργασία