Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αγγλονορμανδικά < αγγλονορμανδικός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αγγλονορμανδικά ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

  1. η ρομανική γλώσσα που μιλιόταν στην Αγγλία από τις άρχουσες τάξεις μετά την κατάκτησή της, το 1066, από τον Γουλιέλμο τον Κατακτητή, δούκα της Νορμανδίας
  2. μορφή αυτής της γλώσσας που χρησιμοποιούσε το αγγλικό δίκαιο μέχρι τον 17ο αιώνα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία