Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο κόνδυλος οι κόνδυλοι
      γενική του κονδύλου
κόνδυλου
των κονδύλων
    αιτιατική τον κόνδυλο τους κονδύλους
κόνδυλους
     κλητική κόνδυλε κόνδυλοι
Κατηγορία όπως «δάσκαλος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κόνδυλος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κόνδυλος < κονδός < κοντός < κεντέω < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *ḱent- σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική tubercule[1]

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κόνδυλος αρσενικό

  1. (ανατομία) προεξοχή οστού με κυλινδρικό σχήμα, η οποία ως μέρος μιας άρθρωσης, περιορίζει τις κινήσεις του οστού εντός ορισμένων ορίων
  2. (βοτανική) υπόγειος βλαστός με αποταμιευτικό ρόλο
    Στις περισσότερες περιπτώσεις το άμυλο είναι η κύρια αποταμιευτική ουσία του κονδύλου. Η πατάτα είναι αμυλούχος κόνδυλος.
  3. (γεωλογία) στρογγυλεμένος ακανόνιστος όγκος ορυκτών ουσιών, με σύσταση τελείως διαφορετική από τα πετρώματα που τις περικλείουν

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία