Δείτε επίσης: κονδύλι

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κοντύλι τα κοντύλια
      γενική του κοντυλιού των κοντυλιών
    αιτιατική το κοντύλι τα κοντύλια
     κλητική κοντύλι κοντύλια
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κοντύλι < μεσαιωνική ελληνική κοντύλι(ν) < ελληνιστική κοινή κονδύλιον < αρχαία ελληνική κόνδυλος < κονδός < κοντός < κεντέω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ḱent-

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /konˈdi.li/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κοντύλι ουδέτερο

  1. καλαμένιο όργανο γραφής, με το οποία παλαιότερα έγραφαν πάνω στην πλάκα οι μικροί μαθητές. Ως γραφίδα χρησιμοποιούσαν ένα κομμάτι καλάμι κομμένο από έναν κόνδυλο (δηλ. κόμπο) σε άλλο.
  2. άλλη μορφή του κονδύλι: δαπάνη ή έξοδο που αναγράφεται σε προϋπολογισμό ή άλλο λογαριασμό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία