Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σπόρος σπόροι
γενική σπόρου σπόρων
αιτιατική σπόρο σπόρους
κλητική σπόρε σπόροι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σπόρος < αρχαία ελληνική σπόρος < σπείρω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *(s)pregh- (σπέρνω, τινάζω)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σπόρος αρσενικό

  1. το σπέρμα του καρπού των φυτών, από το οποίο αναπαράγεται
  2. σπορά
  3. το σπέρμα των αρσενικών
  4. (συνεκδοχικά) το παιδί, το τέκνο κάποιου
  5. μικροκαμωμένο άτομο
  6. (μεταφορικά) αρχή, αφετηρία

ΥποκοριστικάΕπεξεργασία

  • σποράκι

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία