Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική τα Χριστούγεννα
      γενική των Χριστουγέννων
    αιτιατική τα Χριστούγεννα
     κλητική Χριστούγεννα
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Χριστούγεννα < μεσαιωνική ελληνική Χριστούγεννα[1] < Χριστού + γέννα

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /xɾi.ˈstu.ʝɛ.na/

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Χριστούγεννα ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

  1. (θρησκεία) χριστιανική εορτή, στις 25 Δεκεμβρίου, στη μνήμη της γέννησης του Ιησού Χριστού
  2. (κατ' επέκταση) η εορταστική περίοδος από τα Χριστούγεννα ως τα Φώτα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

Χριστούγεννα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  1. ο πληθυντικός κατ’ αναλογία με άλλες αρχαιοελληνικές και ρωμαϊκές εορτές: Κρόνια, Σατουρνάλια κ.ά.