Δείτε επίσης: Σελήνη

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική η σελήνη
      γενική της σελήνης
    αιτιατική τη σελήνη
     κλητική σελήνη
όπως «νίκη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σελήνη < (διαχρονικό) αρχαία ελληνική σελήνη [1]

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σελήνη θηλυκό, μόνο στον ενικό

  • (αστρονομία) ουράνιο σώμα περιφερόμενο γύρω από έναν πλανήτη
    ※  Η αποστολή αυτή, εξόν από τη μελέτη της σεληνιακής επιφάνειας, θα βοηθήσει και στην κατανόηση πολλών άλλων φαινομένων του ηλιακού μας συστήματος, όπως τους μεγάλους αστεροειδείς, τον πλανήτη Ερμή, ή τις άλλες σελήνες που περιστρέφονται στην τροχιά άλλων πλανητών, εκτιμούν οι υπεύθυνοι του προγράμματος αυτού, που δρομολογήθηκε το 2008 και κόστισε 280 εκατ. δολάρια. (* enet.gr)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

και

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • σελήνη του μέλιτος : η χρονική περίοδος συνήθως ενός μηνός μετά από γάμο

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σελήνη < *σελάσ-νᾱ < σέλας < *σFελ- [1]

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σελήνη θηλυκό

  1. (αστρονομία) η σελήνη, το φεγγάρι
    πλήθουσα σελήνη - η πανσέληνος
    πρὸς τὴν σελήνην - κάτω από το φεγγαρόφωτο
  2. ο μήνας

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. 

  ΠηγέςΕπεξεργασία