Ρουμανικά (ro) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

lună (ro) θηλυκό

  1. ο μήνας
  2. το φεγγάρι

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

σχετικές με το χρόνο

  • acum o lună: εδώ και ένα μήνα
  • luna trecută: τον περασμένο μήνα
  • o lună mai târziu: ένα μήνα αργότερα
  • peste o lună: μετά ένα μήνα

πολυλεκτικός όρος

ΚλίσηΕπεξεργασία