Ελληνικά (el) Επεξεργασία

 
Το φεγγάρι
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το φεγγάρι τα φεγγάρια
      γενική του φεγγαριού των φεγγαριών
    αιτιατική το φεγγάρι τα φεγγάρια
     κλητική φεγγάρι φεγγάρια
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φεγγάρι < μεσαιωνική ελληνική φεγγάρι(ν) < φεγγάριον, υποκοριστικό του αρχαίου φέγγος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φεγγάρι ουδέτερο

  1. ουράνιο σώμα περιφερόμενο γύρω από τη Γη
  2. (κατ' επέκταση) το φως που προέρχεται από το φεγγάρι
  3. (κατ' επέκταση) δορυφόρος σε τροχιά γύρω από άλλο πλανήτη
  4. ένας σεληνιακός μήνας (περίπου 28 μέρες)

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • έχει τα φεγγάρια του : κάνει λόξες, είναι ιδιότροπος
  • πάνε φεγγάρια που δεν σε είδα : πάει πολύς καιρός που δεν σε είδα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

και

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία