Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φεγγάριον < υποκοριστικό της αρχαιοελληνικής λέξης φέγγος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φεγγάριον ουδέτερο

Πρέπει πρῶτον νὰ ἀγαπῶμεν τὸν Θεόν, ἀδελφοί μου, διατὶ μᾶς ἔδωσε τόσον μεγάλην γῆν καὶ κατοικοῦμεν τόσες χιλιάδες ἄνθρωποι, χορτάρια, βρύσες, ποταμούς, θάλασσαν, ὀψάρια, ἀέρα, νύκτα καὶ ἡμέραν, οὐρανόν, ἄστρα, ἥλιον, φεγγάριον. (Κοσμάς ο Αιτωλός, Διδαχή Α΄)