Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δορυφόρος δορυφόροι
γενική δορυφόρου δορυφόρων
αιτιατική δορυφόρο δορυφόρους
κλητική δορυφόρε δορυφόροι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δορυφόρος < αρχαία ελληνική δορυφόρος < δόρυ + φέρω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ðɔ.ɾi.ˈfɔ.ɾɔs/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

δορυφόρος αρσενικό

  1. (ιστορία) που κρατά δόρυ, φρουρός ενός αξιωματούχου
  2. (αστρονομία) ουράνιο σώμα που περιφέρεται γύρω από έναν πλανήτη
    η Σελήνη είναι ο φυσικός δορυφόρος της Γης
  3. ο τεχνητός δορυφόρος
    η χώρα μας έθεσε σε τροχιά τον τηλεπικοινωνιακό δορυφόρο HELLAS-SAT

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • κράτος δορυφόρος: χώρα που εξαρτάται από κάποια ισχυρή δύναμη και ακολουθεί τις πολιτικές και στρατιωτικές επιλογές της

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ δορυφόρος τὸ δορυφόρον οἱ, αἱ δορυφόροι τὰ δορυφόρα
Γενική τοῦ, τῆς δορυφόρου τοῦ δορυφόρου τῶν δορυφόρων τῶν δορυφόρων
Δοτική τῷ, τῇ δορυφόρῳ τῷ δορυφόρῳ τοῖς, ταῖς δορυφόροις τοῖς δορυφόροις
Αιτιατική τὸν, τὴν δορυφόρον τὸ δορυφόρον τοὺς, τὰς δορυφόρους τὰ δορυφόρα
Κλητική δορυφόρε δορυφόρον δορυφόροι δορυφόρα
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική δορυφόρω
Γενική-Δοτική δορυφόροιν

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δορυφόρος < δόρυ + -φόρος (< φέρω)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

δορυφόρος

  1. που κρατάει δόρυ ή λόγχη (λατινικά hastatus)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

δορυφόρος

  1. (ειδικότερα) σωματοφύλακας
  2. (για τη ρωμαϊκή κοινότητα) πραιτωριανός
  3. (μεταφορικά) που εξυπηρετεί τυφλά