Βουλγαρικά (bg) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

спътник (bg) αρσενικό

  1. ο συνταξιδιώτης, ο συνοδός
  2. ο δορυφόρος
     συνώνυμα: сателит