Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτή μορφή ουσιαστικούΕπεξεργασία

δορυφόρε αρσενικό

  1. δορυφόρος, στην κλητική του ενικού