Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το φεγγαράκι τα φεγγαράκια
      γενική
    αιτιατική το φεγγαράκι τα φεγγαράκια
     κλητική φεγγαράκι φεγγαράκια
όπως «παιδάκι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φεγγαράκι < (υποκοριστικό) φεγγάρι

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φεγγαράκι ουδέτερο

  1. τρυφερά, ποιητικά το φεγγάρι
    • χάρτινο το φεγγαράκι, ψεύτικη η ακρογιαλιά, αν μ' αγάπαγες λιγάκι, θα' ταν όλα αληθινά (Νίκος Γκάτσος και μουσική Χατζιδάκι)
    • φεγγαράκι μου λαμπρό, φέγγε μου να περπατώ (δημοτικό)
  2. γλυκόλογο
    • φεγγαράκι μου!


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία