Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το γλυκόλογο τα γλυκόλογα
      γενική του γλυκόλογου των γλυκόλογων
    αιτιατική το γλυκόλογο τα γλυκόλογα
     κλητική γλυκόλογο γλυκόλογα
όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γλυκόλογο < γλυκός και λόγος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γλυκόλογο ουδέτερο

  • η τρυφερή, γλυκιά κουβέντα, συνήθως η ερωτική


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία