Δείτε επίσης: γη

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική η Γη
      γενική της Γης
    αιτιατική τη Γη
     κλητική Γη
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Γη < αρχαία ελληνική γῆ

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ʝi/
Γη 
ομόηχο: γη γιοι

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Γη θηλυκό

  1. (αστρονομία) ο τρίτος, σε σειρά απόστασης από τον Ήλιο, πλανήτης του ηλιακού συστήματος
    η Γη περιστρέφεται γύρω από τον άξονά της και περιφέρεται γύρω από τον Ήλιο
  2. ο πλανήτης στον οποίο βρισκόμαστε
    η Γη περιστρέφεται γύρω από τον άξονά της και περιφέρεται γύρω από τον Ήλιο
  3. η θεά Γαία στη δημοτική

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

και δείτε τη λέξη γη

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία