Αρωμουνικά (βλάχικα) (roa-rup) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

luni < λατινική Lunae diēs

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

luni (roa-rup) αρσενικό



Ρουμανικά (ro) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

luni (ro) θηλυκό