Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο πράσινος η πράσινη το πράσινο
      γενική του πράσινου της πράσινης του πράσινου
    αιτιατική τον πράσινο την πράσινη το πράσινο
     κλητική πράσινε πράσινη πράσινο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι πράσινοι οι πράσινες τα πράσινα
      γενική των πράσινων των πράσινων των πράσινων
    αιτιατική τους πράσινους τις πράσινες τα πράσινα
     κλητική πράσινοι πράσινες πράσινα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
 
Διάφορες αποχρώσεις του πράσινου

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πράσινος < αρχαία ελληνική πράσινος (4α. (σημασιολογικό δάνειο) (γερμανικά) Grünen)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

πράσινος, -η, -ο

  1. που έχει το χρώμα των φύλλων των χλωροφυλλικών φυτών
    πράσινος (χρώμα):   
  2. χλωρός
  3. (ουσιαστικοποιημένο) πράσινο:
  4. (ουσιαστικοποιημένο) πράσινοι:

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • Πράσινα άλογα: λέγεται για απίστευτα, παράλογα πράγματα
  • ανάβει το πράσινο φως:

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

και

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία


Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική πράσινος πρασίνη πράσινον πράσινοι πράσιναι πράσινα
Γενική πρασίνου πρασίνης πρασίνου πρασίνων πρασίνων πρασίνων
Δοτική πρασίνῳ πρασίνῃ πρασίνῳ πρασίνοις πρασίναις πρασίνοις
Αιτιατική πράσινον πρασίνην πράσινον πρασίνους πρασίνας πράσινα
Κλητική πράσινε πρασίνη πράσινον πράσινοι πράσιναι πράσινα
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική πρασίνω πρασίνα
Γενική-Δοτική πρασίνοιν πρασίναιν

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πράσινος < πράσον

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

πράσινος, -η, -ον (πράσῐνος)

  1. που έχει το χρώμα του πράσου