Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο γαλαζοπράσινος η γαλαζοπράσινη το γαλαζοπράσινο
      γενική του γαλαζοπράσινου της γαλαζοπράσινης του γαλαζοπράσινου
    αιτιατική τον γαλαζοπράσινο τη γαλαζοπράσινη το γαλαζοπράσινο
     κλητική γαλαζοπράσινε γαλαζοπράσινη γαλαζοπράσινο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι γαλαζοπράσινοι οι γαλαζοπράσινες τα γαλαζοπράσινα
      γενική των γαλαζοπράσινων των γαλαζοπράσινων των γαλαζοπράσινων
    αιτιατική τους γαλαζοπράσινους τις γαλαζοπράσινες τα γαλαζοπράσινα
     κλητική γαλαζοπράσινοι γαλαζοπράσινες γαλαζοπράσινα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γαλαζοπράσινος < γαλαζ(ιο) + -ο- + πράσινος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

γαλαζοπράσινος

  1. φυσική ανάμιξη γαλάζιου και πράσινου χρώματος, απόχρωση που είναι ανάμεσα στο γαλάζιο και στο πράσινο (με κυρίαρχο το πρώτο)
    ο γαλαζοπράσινος πλανήτης (ο δικος μας από μακριά)
  2. η τεχνητή ανάμιξη γαλάζιου και πράσινου (με κυρίαρχο το πρώτο)
    γαλαζοπράσινοι φακοί επαφής
  3. μεταφορικά, το κοινό σύνολο που σχηματίζει το σύνολο Α της Νέας Δημοκρατίας με το σύνολο Β του ΠΑΣΟΚ
    ο γαλαζοπράσινος υπουργός

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία