Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ατζέντα οι ατζέντες
      γενική της ατζέντας
    αιτιατική την ατζέντα τις ατζέντες
     κλητική ατζέντα ατζέντες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ατζέντα < αγγλική agenda < λατινική agenda (ονομαστική, αιτιατική ή κλητική πληθυντικού), ουδέτερο του agendus, γερουνδιακό του ρήματος ago

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ατζέντα θηλυκό

  1. ημερολόγιο μικρού μεγέθους με ειδικά σημεία για σημειώσεις
  2. (κατ' επέκταση) προσωπικός τηλεφωνικός κατάλογος
  3. (κατ' επέκταση) (μεταφορικά) τα θέματα προς συζήτηση σε μια (επίσημη) συνάντηση
  4. (κατ' επέκταση) πράγματα που έχει σχεδιαστεί (ή πρέπει) να γίνουν σε συγκεκριμένο χρόνο
    Άλλες προτεραιότητες, στις οποίες θα αναφερθεί ο Ομπάμα, είναι η μείωση των ανισοτήτων ανάμεσα στους πλούσιους και τους φτωχούς και η ενίσχυση της μεσαίας τάξης -η οικονομική ανάκαμψη της οποίας βρίσκεται εδώ και πολύ καιρό στην κορυφή της πολιτικής ατζέντας του Ομπάμα. (*)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία