Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το γερουνδιακό τα γερουνδιακά
      γενική του γερουνδιακού των γερουνδιακών
    αιτιατική το γερουνδιακό τα γερουνδιακά
     κλητική γερουνδιακό γερουνδιακά
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γερουνδιακό < λατινική gerundivum

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γερουνδιακό ουδέτερο

  1. λατινικό ρηματικό επίθετο που δηλώνει ότι πρέπει ή αξίζει να γίνει αυτό που εκφράζει το ρήμα από το οποίο προέρχεται
    delenda est Carthago: καταστρεπτέα ἐστίν ή Καρχηδών· πρέπει να καταστραφεί η Καρχηδών
    facinus laudandum: έργο που πρέπει να επαινεθεί ή είναι άξιο να επαινεθεί, αξιέπαινο

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία