Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το φάσμα τα φάσματα
      γενική του φάσματος των φασμάτων
    αιτιατική το φάσμα τα φάσματα
     κλητική φάσμα φάσματα
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φάσμα < αρχαία ελληνική φάσμα < φαίνω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈfa.zma/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φάσμα ουδέτερο

  1. το φάντασμα, κάτι που στοιχειώνει και ταράζει χωρίς να είναι πραγματικό, κάτι που φοβίζει, κάτι πραγματικά απειλητικό που όμως δεν έχει υλική υπόσταση
    Το 1950 ο κόσμος αισθανόταν ακόμα απειλητικό το φάσμα του πολέμου
    Ζούσαν υπό το φάσμα της πείνας
    Δεν άντεχε να ζει άλλο υπό το φάσμα της απειλής ότι θα τη δείρει
  2. (οπτική) το φαινόμενο που προκύπτει από την ανάλυση μιας φωτεινής δέσμης στα επιμέρους χρώματα, δηλαδή στα συστατικά μήκη κύματος αυτής
  3. (μεταφορικά) όλη η γκάμα, ένα σύνολο στο οποίο εντάσσονται παρόμοια υποσύνολα με πολλές ομοιότητες αλλά και κάποιες διαφοροποιήσεις που πιάνουν από ένα νοητό άκρο έως το αντίθετό του, μια κλίμακα από την αρχή ως το τέλος της διαβάθμισής της
    Κάλεσαν βουλευτές από όλο το φάσμα της πολιτικής ζωής
    Θα χρειαστείτε ένα αντιβιοτικό ευρέος φάσματος
    (ακουστική) Ακουστικό φάσμα : οι συχνότητες που γίνονται αντιληπτές από το ανθρώπινο αυτί
    (φυσική-ηλεκτρισμός) Ηλεκτρομαγνητικό φάσμα : όλο το εύρος συχνοτήτων των ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων (δηλαδή των ραδιοκυμάτων, των μικροκυμάτων, της υπέρυθρης ακτινοβολίας, της ορατής ακτινοβολίας, της υπεριώδους,των ακτινων Χ και των ακτίνων γ)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία


ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φάσμα < φαίνω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φάσμα ουδέτερο

  1. η φαινομενική παρουσία, το όραμα που είχε κάποιος στον ύπνο του, το φάντασμα, το ομοίωμα, η εικόνα
  2. ο οιωνός
  3. κάτι τερατώδες, ένα τέρας


Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία