Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική υπέρυθρος υπέρυθρη υπέρυθρο
γενική υπέρυθρου υπέρυθρης υπέρυθρου
αιτιατική υπέρυθρο υπέρυθρη υπέρυθρο
κλητική υπέρυθρε υπέρυθρη υπέρυθρο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική υπέρυθροι υπέρυθρες υπέρυθρα
γενική υπέρυθρων υπέρυθρων υπέρυθρων
αιτιατική υπέρυθρους υπέρυθρες υπέρυθρα
κλητική υπέρυθροι υπέρυθρες υπέρυθρα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

υπέρυθρος < αρχαία ελληνική ὑπέρυθρος < ὑπό + ἐρυθρός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

υπέρυθρος αρσενικό, υπέρυθρη θηλυκό, υπέρυθρο ουδέτερο (Στην καθαρεύουσα, υπέρυθρος αρσενικό ή θηλυκό, υπέρυθρον ουδέτερο)

  1. (κυριολεκτικά) που μοιάζει κάπως με τον ερυθρό
    συνώνυμα: κοκκινωπός, ερυθρωπός
  2. υπέρυθρες ακτίνες : ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία της οποίας το μήκος κύματος είναι μεγαλύτερο από το μήκος κύματος του ορατού φάσματος, και περιλαμβάνεται ανάμεσα σε 700 νm και 1 mm.
    αντώνυμα: υπεριώδης

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία