Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τέρας τέρατα
γενική τέρατος τεράτων
αιτιατική τέρας τέρατα
κλητική τέρας τέρατα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τέρας < αρχαία ελληνική τέρας

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τέρας ουδέτερο

  1. ένζωος οργανισμός που έχει δυσμορφίες, που έχει ακανόνιστη σωματική διάπλαση
  2. ζώο που δεν υπάρχει και είναι μεγάλο και τρομακτικό
  3. (μεταφορικά) κάτι πολύ υπερβολικό:
    είναι τέρας ευφυΐας
  4. (μεταφορικά) αντικείμενο πάρα πολύ μεγάλο και άσχημο

  ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  ΣύνθεταΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τέρας < → Η ετυμολογία λείπει.

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τέρας ουδέτερο

  1. προφητικό σημάδι, διοσημίες
  2. (γενικότερα) σημείο στον ουρανό (αστέρι, ουράνιο τόξο, μετέωρο κλπ)
  3. τέρας

  Εναλλακτικές μορφές Επεξεργασία