↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο θησαυρός οι θησαυροί
      γενική του θησαυρού των θησαυρών
    αιτιατική τον θησαυρό τους θησαυρούς
     κλητική θησαυρέ θησαυροί
Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
 
ο θησαυρός του Aτρέως

  Ετυμολογία

επεξεργασία
θησαυρός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική θησαυρός

  Προφορά

επεξεργασία
ΔΦΑ : /θi.saˈvɾos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: θη‐σαυ‐ρός

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

θησαυρός αρσενικό

  1. σύνολο πολύτιμων αντικειμένων, κειμηλίων ή μεγάλα ποσά χρημάτων που συγκεντρώνονται και φυλάγονται, συνήθως με τρόπο που είναι δύσκολο να τα βρει κανείς
    ψάχνει για χαμένους θησαυρούς
  2. (μεταφορικά) μεγάλος πλούτος
    έχει τους θησαυρούς του Kροίσου
  3. κάθε κινητό αντικείμενο που θεωρείται ότι έχει αξία και που έμεινε κρυμμένο για τόσο πολύ χρόνο, ώστε δεν μπορεί να βρεθεί ο κύριός του
  4. πρόσωπο που έχει πολλά χαρίσματα
    εργατικός και τίμιος υπάλληλος, ένας θησαυρός για την επιχείρηση
  5. πρόσωπο πολύ αγαπητό
    θησαυρέ μου!
  6. ένα πρόσωπο ή πράγμα που διαθέτει σε μεγάλο βαθμό κάτι πολύτιμο
    αυτή η εγκυκλοπαίδεια είναι θησαυρός γνώσεων
  7. (αρχαιολογία) οικοδόμημα σε σχήμα ναού που έχτιζαν οι αρχαίες ελληνικές πόλεις στους χώρους των πανελλήνιων ιερών, για να τοποθετούν και να φυλάγουν τα αφιερώματά τους
    ο θησαυρός των Kνιδίων στους Δελφούς
  8. (αρχαιολογία) χτιστός κυκλικός τάφος των μυκηναϊκών χρόνων, που αργότερα πίστευαν ότι ήταν θησαυροφυλάκιο
    ο θησαυρός του Aτρέως
  9. (λεξικογραφία) λεξικό που περιέχει όλο το λεξιλογικό πλούτο μιας γλώσσας
    ο θησαυρός της ελληνικής / της λατινικής γλώσσας

Εκφράσεις

επεξεργασία
οι θησαυροί του Mουσείου του Λούβρου

Συγγενικά

επεξεργασία

  Μεταφράσεις

επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική θησαυρός οἱ θησαυροί
      γενική τοῦ θησαυροῦ τῶν θησαυρῶν
      δοτική τῷ θησαυρ τοῖς θησαυροῖς
    αιτιατική τὸν θησαυρόν τοὺς θησαυρούς
     κλητική ! θησαυρέ θησαυροί
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  θησαυρώ
γεν-δοτ τοῖν  θησαυροῖν
2η κλίση, Κατηγορία 'ναός' όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία

επεξεργασία

θησαυρός < λείπει η ετυμολογία

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

θησαυρός αρσενικό

  1. κάτι το πολύτιμο, ο θησαυρός
    ὁ ἀγαθὸς ἄνθρωπος ἐκ τοῦ ἀγαθοῦ θησαυροῦ ἐκβάλλει ἀγαθά (Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο)
  2. (αρχιτεκτονική) οικοδόμημα σε σχήμα ναού που έχτιζαν οι αρχαίες ελληνικές πόλεις στους χώρους των πανελλήνιων ιερών, για να τοποθετούν και να φυλάγουν τα αφιερώματά τους
    5ος πκε αιώνας   Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 1 (Κλειώ), 14.2
    ἑστᾶσι δὲ οὗτοι ἐν τῷ Κορινθίων θησαυρῷ, σταθμὸν ἔχοντες τριήκοντα τάλαντα
  3. (αρχιτεκτονική) χτιστός κυκλικός τάφος των μυκηναϊκών χρόνων, που αργότερα πίστευαν ότι ήταν θησαυροφυλάκιο
    ο θησαυρός του Aτρέως