Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο θησαυροφύλακας οι θησαυροφύλακες
      γενική του θησαυροφύλακα των θησαυροφυλάκων
    αιτιατική τον θησαυροφύλακα τους θησαυροφύλακες
     κλητική θησαυροφύλακα θησαυροφύλακες
Κατηγορία όπως «φύλακας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

θησαυροφύλακας < θησαυρός + φύλακας

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /θi.sa.vɾoˈfi.la.kas/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

θησαυροφύλακας αρσενικό

  • άνθρωπος που προσέχει ένα θησαυρό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία