Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

θησαυρίζω < αρχαία ελληνική θησαυρίζω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /θi.sav.ˈɾi.zɔ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

θησαυρίζω , πρτ.: θησαύριζα, στ.μέλλ.: θα θησαυρίσω, αόρ.: θησαύρισα, παθ.φωνή: θησαυρίζομαι, μτχ.π.π.: θησαυρισμένος

  1. (αμετάβατο) γίνομαι πλούσιος
  2. (μεταβατικό) μαζεύω, συγκεντρώνω κάτι που θεωρείται πολύτιμο ή χρήσιμο
    Συνώνυμα: αποθησαυρίζω

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

θησαυρίζω < θησαυρός

  ΡήμαΕπεξεργασία

θησαυρίζω

  1. αποθηκεύω
  2. θησαυρίζω