Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική δίδυμος δίδυμη δίδυμο
γενική δίδυμου δίδυμης δίδυμου
αιτιατική δίδυμο δίδυμη δίδυμο
κλητική δίδυμε δίδυμη δίδυμο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική δίδυμοι δίδυμες δίδυμα
γενική δίδυμων δίδυμων δίδυμων
αιτιατική δίδυμους δίδυμες δίδυμα
κλητική δίδυμοι δίδυμες δίδυμα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δίδυμος < αρχαία ελληνική δίδυμος < δι- + -δυ + -μος (αναδιπλασιασμός του δύο)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

δίδυμος -η -ο

  1. που κυοφορήθηκε και γεννήθηκε με άλλον έναν αδελφό ή αδελφή
    δίδυμα αδέλφια
  2. (μεταφορικά) (πληθυντικός) αυτοί που αποτελούνται από δύο όμοια στοιχεία
    δίδυμα πυροβόλα, δίδυμοι πύργοι

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

δίδυμος αρσενικό

  • ο ένας από τους δίδυμους αδελφούς
    ιδανικοί / γνήσιοι / με την απόλυτη έννοια δίδυμοι ονομάζονται οι ομοζυγώτες δίδυμοι, δηλαδή εκείνοι που προέρχονται από τη διαίρεση ενός μόνο γονιμοποιημένου ωαρίου
    ετεροζυγώτες δίδυμοι (ή σπανιότερα διζυγώτες δίδυμοι) ονομάζονται εκείνοι που προέρχονται από τη γονιμοποίηση δύο ή και περισσότερων ωαρίων

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία