Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική τετράδυμος τετράδυμη τετράδυμο
γενική τετράδυμου τετράδυμης τετράδυμου
αιτιατική τετράδυμο τετράδυμη τετράδυμο
κλητική τετράδυμε τετράδυμη τετράδυμο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική τετράδυμοι τετράδυμες τετράδυμα
γενική τετράδυμων τετράδυμων τετράδυμων
αιτιατική τετράδυμους τετράδυμες τετράδυμα
κλητική τετράδυμοι τετράδυμες τετράδυμα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τετράδυμος < τετρά- + -δυμος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

τετράδυμος, -η, -ο

  1. που έχει γεννηθεί με άλλα τρία αδέλφια από την ίδια εγκυμοσύνη

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τετράδυμος αρσενικό, τετράδυμη θηλυκό

  1. ένα από τα τετράδυμα αδέλφια

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία