Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ομοζυγώτης < αγγλική homozygote < ομού +ζυγωτός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ομοζυγώτης, ο και η πληθ. οι ομοζυγώτες

  1. ο μονοζυγώτης, ο δίδυμος που προέρχεται από το ίδιο γονιμοποιημένο ωάριο με τον αδελφό του και έχει κοινά όλα τα γονίδια με αυτόν, σε αντιδιαστολή προς τον ετεροζυγώτη ή διζυγώτη δίδυμο


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία