Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική ψυχρός ψυχρή ψυχρό
γενική ψυχρού ψυχρής ψυχρού
αιτιατική ψυχρό ψυχρή ψυχρό
κλητική ψυχρέ ψυχρή ψυχρό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ψυχροί ψυχρές ψυχρά
γενική ψυχρών ψυχρών ψυχρών
αιτιατική ψυχρούς ψυχρές ψυχρά
κλητική ψυχροί ψυχρές ψυχρά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ψυχρός < αρχαία ελληνική ψυχρός < ψύχω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /psiˈxɾɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /psiˈxɾi/ θηλυκό
ΔΦΑ : /psiˈxɾɔ/ ουδέτερο

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ψυχρός, -ή, -ό

  1. κρύος, του οποίου η θερμοκρασία είναι χαμηλή
  2. (μεταφορικά) άνθρωπος που δεν εκδηλώνει συναισθήματα, που δεν έχει θέρμη, ζήλο, ενθουσιασμό
  3. (μεταφορικά) που δεν προκαλεί συγκίνηση

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

→ λείπει η κλίση

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ψυχρός < ψύχ(ω) + -ρός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ψυχρός, -ά, όν

  1. κρύος, παγερός
  2. άπονος, άκαρδος, αδιάφορος, αναίσθητος
  3. μάταιος, άκαρπος
  4. υπερβολικός

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία