Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο μάταιος η μάταιη το μάταιο
      γενική του μάταιου της μάταιης του μάταιου
    αιτιατική τον μάταιο τη μάταιη το μάταιο
     κλητική μάταιε μάταιη μάταιο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι μάταιοι οι μάταιες τα μάταια
      γενική των μάταιων των μάταιων των μάταιων
    αιτιατική τους μάταιους τις μάταιες τα μάταια
     κλητική μάταιοι μάταιες μάταια
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

.

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μάταιος < αρχαία ελληνική μάταιος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

μάταιος,η,ο

  1. ανώφελος, που γίνεται του κάκου, άδικος με την έννοια ότι δεν θα φέρει ή δεν έφερε αποτέλεσμα, άσκοπος, με την έννοια ότι έχει σκοπό αλλά δεν θα τον επιτύχει
    μάταιη προσπάθεια, μάταιος αγώνας,
  2. κούφιος, κενόδοξος
    μάταιος άνθρωπος, μάταιος κόσμος

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μάταιος < από το ουσιαστικό μάτη ή από το επίρρημα μάτην

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

μάταιος,αία, ον και μάταιος,ος,ον

  1. μάταιος, ανώφελος
    • τά μάταια ἀναλώματα  : πεταμένα λεφτά, άδικα έξοδα
    • μάταια ἔπεα : χαμένα λόγια, λόγια που δεν πιάνουν τόπο
  2. κενός, ανάξιος, ασεβής, απερίσκεπτος, άφρων, άχρηστος
    • ἄγοιτ᾽ ἂν μάταιον ἄνδρ᾽ ἐκποδών : Πάρτε με, διώξτε με τον άχρηστο από δω (Σοφ. Αντιγ. 1339)
    • τῶν τοι ματαίων ἀνδράσιν φρονημάτων : ανδρών που έχει ο πάθει ο νους και παραδέρνουν (Αισχύλος, Επτά επί Θήβας, 438- απόδοση Γιάν. Γρυπάρης)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία