Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ματαιότητα οι ματαιότητες
      γενική της ματαιότητας των ματαιοτήτων
    αιτιατική τη ματαιότητα τις ματαιότητες
     κλητική ματαιότητα ματαιότητες
όπως «σάλπιγγα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ματαιότητα < ματαιότης

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ματαιότητα θηλυκό

  1. η κενότητα, το ανάξιο, πρόσκαιρο, το ουσιαστικά και μακροπρόθεσμα ανώφελο του πράγματος, της ζωής, της ύπαρξης, που δεν οδηγεί πουθενά
    Η ματαιότητα αυτού του κόσμου
    Το αίσθημα της ματαιότητας από τις εφήμερες απολαύσεις
    Ποιός θα νοηματοδοτήσει τη χρησιμότητα ή τη 'ματαιότητα των πολιτικών αγώνων
  2. η πράξη που δεν θα αποδώσει, δεν θα ωφελήσει, δεν θα οδηγήσει εκεί που θα ήθελε κάποιος
    Ασε, είναι ματαιότητα να δώσεις το βιογραφικό (δηλ. αποκλείεται να σε προσλάβουν, θα πάει χαράμι ο κόπος σου, θα ματαιωθούν οι ελπίδες σου)


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία