Ελληνικά (el) Επεξεργασία


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ματαιοπονία οι ματαιοπονίες
      γενική της ματαιοπονίας των ματαιοπονιών
    αιτιατική τη ματαιοπονία τις ματαιοπονίες
     κλητική ματαιοπονία ματαιοπονίες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ματαιοπονία < ελληνιστική κοινή ματαιοπονία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ματαιοπονία θηλυκό (πιο δόκιμος ο ενικός)

  1. ο άδικος κόπος, ο χαμένος κόπος, η προσπάθεια που είναι καταδικασμένη να αποτύχει στο στόχο της

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία