Δείτε επίσης: ἄπονος

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική άπονος άπονη άπονο
γενική άπονου άπονης άπονου
αιτιατική άπονο άπονη άπονο
κλητική άπονε άπονη άπονο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική άπονοι άπονες άπονα
γενική άπονων άπονων άπονων
αιτιατική άπονους άπονες άπονα
κλητική άπονοι άπονες άπονα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

άπονος < αρχαία ελληνική ἄπονος < ἀ- + πόνος

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈa.pɔ.nɔs/
συλλαβισμός: ά‐πο‐νος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

άπονος, -η, -ο

  1. (παρωχημένο) που δεν καταβάλλει κόπο ή γίνεται εύκολα
     συνώνυμα: άκοπος
  2. που δεν λυπάται, δεν συμπονά
    ※ Πλάση γλυκειά, γλυκύτατε ρυθμέ, αριθμέ, αρμονία, / άναρχε Λόγε, υιέ Θεού, πώς να σε πω, ζωή; / Χρυσόνειρον η κάθε σου ξεχωριστή οπτασία, / μα άπονος είναι και σκληρός ο νόμος «πάντα ρεί». (Ιωσήφ Ραφτόπουλος, Ζωή)

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία