Δείτε επίσης: ἄπονος

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο άπονος η άπονη το άπονο
      γενική του άπονου της άπονης του άπονου
    αιτιατική τον άπονο την άπονη το άπονο
     κλητική άπονε άπονη άπονο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι άπονοι οι άπονες τα άπονα
      γενική των άπονων των άπονων των άπονων
    αιτιατική τους άπονους τις άπονες τα άπονα
     κλητική άπονοι άπονες άπονα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

άπονος < κληρονομημένο από την αρχαία ελληνική ἄπονος (χωρίς κόπο)[1] < ἄ- + πόνος

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈa.po.nos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ά‐πο‐νος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

άπονος, -η, -ο

  1. που δεν λυπάται, δεν συμπονά
    ※  Άπονη ζωή, μας πέταξες στου δρόμου την άκρη, / μας αδίκησες.
    τραγούδι «Άπονη ζωή» 1965, στίχοι: Λευτέρης Παπαδόπουλος, μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος, τραγουδιστής: Γρηγόρης Μπιθικώτσης
    ※ Πλάση γλυκειά, γλυκύτατε ρυθμέ, αριθμέ, αρμονία, / άναρχε Λόγε, υιέ Θεού, πώς να σε πω, ζωή; / Χρυσόνειρον η κάθε σου ξεχωριστή οπτασία, / μα άπονος είναι και σκληρός ο νόμος «πάντα ρεί». (Ιωσήφ Ραφτόπουλος, Ζωή)
  2. (παρωχημένο) που δεν καταβάλλει κόπο ή γίνεται εύκολα
     συνώνυμα: άκοπος

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

και δείτε τη λέξη πόνος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία