Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κατσαρίδα οι κατσαρίδες
      γενική της κατσαρίδας των κατσαρίδων
    αιτιατική την κατσαρίδα τις κατσαρίδες
     κλητική κατσαρίδα κατσαρίδες
Κατηγορία όπως «ελπίδα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
 
μια κατσαρίδα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κατσαρίδα < ελληνιστική κοινή κανθαρίς < αρχαία ελληνική κάνθαρος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κατσαρίδα θηλυκό

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • γεμίζω / πιάνω κατσαρίδες: φράση που χρησιμοποιείται όταν απουσιάζει η καθαριότητα ή υπάρχει πολλή βρομιά σε ένα χώρο
    αποφάσισε να καθαρίσει, διότι θα έπιανε κατσαρίδες

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία