Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κατσαρίδα οι κατσαρίδες
      γενική της κατσαρίδας των κατσαρίδων
    αιτιατική την κατσαρίδα τις κατσαρίδες
     κλητική κατσαρίδα κατσαρίδες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

  • κατσαρίδα < κατθαρίδα < κανθαρίς, της κανθαρίδος < κάνθαρος (=σκαθάρι)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

 
μια κατσαρίδα

κατσαρίδα θηλυκό

  1. (εντομολογία) έντομο με σκληρό και γυαλιστερό δέρμα μαύρου ή σκούρου καφέ χρώματος, λεπτές κεραίες στο μέγεθος περίπου του σώματος, που κινείται με μεγάλη ταχύτητα ή, ανάλογα με το είδος, πετά και ζει στις αποχετεύσεις, στα σπίτια και στις αυλές
    την έπιασε υστερία, όταν είδε την κατσαρίδα

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • γεμίζω / πιάνω κατσαρίδες: φράση που χρησιμοποιείται όταν απουσιάζει η καθαριότητα ή υπάρχει πολλή βρωμιά σε ένα χώρο
    αποφάσισε να καθαρίσει, διότι θα έπιανε κατσαρίδες

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία