Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο κάνθαρος οι κάνθαροι
      γενική του κάνθαρου
κανθάρου
των κάνθαρων
κανθάρων
    αιτιατική τον κάνθαρο τους κάνθαρους
κανθάρους
     κλητική κάνθαρε κάνθαροι
Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι.
Κατηγορία όπως «καρδινάλιος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κάνθαρος < (διαχρονικό) αρχαία ελληνική κάνθαρος (σκαθάρι)
αρχαιολογικός όρος < ελληνιστική σημασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈkan.θa.ɾos/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κάνθαρος αρσενικό

  1. (Scarabaeus pilularius) σκαθάρι
  2. (αρχαιολογία) αρχαίο αγγείο πόσης και σπονδής με δύο υπερυψωμένες κατακόρυφες λαβές, χαρακτηριστικό αγγείο του θεού Διονύσου, αλλά και χθόνιων θεών και ηρώων.

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία