Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο/η -ουργός οι -ουργοί
      γενική του/της -ουργού των -ουργών
    αιτιατική τον/τη(ν) -ουργό τους/τις -ουργούς
     κλητική -ουργέ -ουργοί
Κατηγορία όπως «γιατρός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

-ουργός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική -ουργός < ἔργον
για όρους του 17ου, 18ου, 19ου αιώνα από τα γαλλικά < γαλλικά -ateur (αρσενικό), -atrice (θηλυκό) < λατινικά -tor

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /uɾˈɣos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: -ουρ‐γός

  ΕπίθημαΕπεξεργασία

-ουργός αρσενικό (ή αρσενικό και θηλυκό)

ΣύνθεταΕπεξεργασία

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

Για τα ραδιούργος, πανούργος, κακούργος εκφράζονται οι εξής θεωρίες

α) τονίστηκαν κατ' αναλογία με το κακούργος (αρχαία ελληνικήκακοῦργος, ομηρικό: κακοεργός) -ίσως το ακολούθησαν επειδή ήταν κακόσημα, θεωρία όμως που δεν ερμηνεύει γιατί π.χ. το όνομα Λυκούργος (Λυκοῦργος) τονιζόταν στην παραλήγουσα χωρίς να δηλώνει κάτι κακό
β) τονίστηκαν στην παραλήγουσα ως επίθετα ενώ τα άλλα (οπλουργός, μεταλλουργός, ιερουργός, χειρουργός) ήταν ουσιαστικά, θεωρία που και πάλι δεν ερμηνεύει γιατί το ουσιαστικό Λυκούργος δεν ακολούθησε τον ίδιο κανόνα να εκφέρεται ως *Λυκουργός

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)Επεξεργασία

ζητούμενο λήμμα

ΣύνθεταΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

ζητούμενο λήμμα

ΣύνθεταΕπεξεργασία