Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χειρουργός χειρουργοί
γενική χειρουργού χειρουργών
αιτιατική χειρουργό χειρουργούς
κλητική χειρουργέ χειρουργοί

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χειρουργός < ελληνιστική κοινή (ίδια σημασία) < αρχαία ελληνική χειρουργός < χείρ + ἔργον

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χειρουργός αρσενικό ή θηλυκό

Εναλλακτικές μορφέςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία


Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία


Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χειρουργός < χείρ και ἔργον


  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χειρουργός αρσενικό
  1. αυτός που εργάζεται με τα χέρια του, κάνει κάτι με τα ίδια του τα χέρια
    χειρουργός προς την γραφικήν
  2. φονιάς, που σκοτώνει κάπoιον κυριολεκτικά ή μεταφορικά με τα χέρια του, ο αυτουργός
  3. χειρουργός, γιατρός
    Ἐὰν δὲ ὁ τοῦ Ἑρμοῦ καὶ ὁ τοῦ Ἄρεως ἅμα τὴν κυρίαν λάβωσι τῆς πράξεως, ποιοῦσιν ἀνδριαντοποιούς, ὁπλουργούς,... παλαιστάς, ἰατρούς, χειρουργούς, κατηγόρους, μοιχικούς, κακοπράγμονας, πλαστογράφους : όταν έχουν κυρίαρχες θέσεις στις ενέργειες ο Ερμής και ο Άρης, τότε δημιουργούν γλύπτες, οπλουργούς,... παλαιστές, γιατρούς, χειρουργούς, εισαγγελείς, άτομα που αποπλανούν ερωτικά, με προδιάθεση στο κακό, πλαστογράφους (Τετράβιβλος, 180, στο 4ο βιβλίο, Πτολεμαίος)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία