Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο αυτουργός οι αυτουργοί
      γενική του αυτουργού των αυτουργών
    αιτιατική τον αυτουργό τους αυτουργούς
     κλητική αυτουργέ αυτουργοί
Κατηγορία όπως «αγρός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αυτουργός < αρχαία ελληνική αὐτουργός < αὐτός + ἔργον

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αυτουργός αρσενικό ή θηλυκό

  1. ο άνδρας ή η γυναίκα που διαπράττει ένα ποινικό αδίκημα ως δράστης ή μετέχει έμμεσα σε αυτό σε σημαντικό βαθμό
  2. ο ή η συμμέτοχος στην τέλεση ενός εγκλήματος

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • φυσικός αυτουργός είναι εκείνος που διαπράττει ο ίδιος το αδίκημα, αυτοπροσώπως, με τα χέρια του, με δικά του μέσα, ο δράστης
  • ηθικός αυτουργός είναι εκείνος που σχεδιάζει ένα αδίκημα και παρακινεί κάποιον να το τελέσει και που μπορεί ο ίδιος να μην παρευρίσκεται στην τέλεση του αδικήματος με τη φυσική του παρουσία
  • έμμεσος αυτουργός είναι εκείνος που προκαλεί ένα αδίκημα, μέσω άλλου, και που χωρίς την συμμετοχή του αυτό το αδίκημα δεν θα είχε διαπραχθεί. Παραπλανεί και πείθει άλλο άτομο να παρανομήσει, χωρίς όμως ο δράστης να μπορεί να φέρει ποινική ευθύνη - π.χ. βάζει τον Τάκη να επιτεθεί στον Κώστα και παράλληλα παρακινεί τον Κώστα να αμυνθεί, ο Κώστας αμυνόμενος τραυματίζει τον Τάκη, αλλά αφού αμυνόταν, υπαίτιος είναι ο υποκινητής, ως έμμεσος αυτουργός

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία