Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εγχείρηση εγχειρήσεις
γενική εγχείρησης
& εγχειρήσεως
εγχειρήσεων
αιτιατική εγχείρηση εγχειρήσεις
κλητική εγχείρηση εγχειρήσεις

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εγχείρηση < αρχαία ελληνική ἐγχείρησις < ἐγχειρέω / ἐγχειρῶ < ἐν + χείρ

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /εn.ˈçi.ɾi.si/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

εγχείρηση θηλυκό

  • χειρουργική επέμβαση, ιατρική πράξη με ειδικά όργανα, που περιλαμβάνει συνήθως τομή στο σώμα του ασθενούς, ώστε να γίνει δυνατή η επέμβαση σε εσωτερικά όργανα
    Πάμε για εγχείρηση στομάχου στον Ευαγγελισμό. (Διδώ Σωτηρίου, Εντολή)

Εναλλακτικές μορφέςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • η εγχείρηση επέτυχε, ο ασθενής απεβίωσε: ενώ έγιναν οι σωστές ενέργειες, ο αποτέλεσμα ήταν αποτυχημένο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία