Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἐγχειρέω < ἐν + χείρ

  ΡήμαΕπεξεργασία

ἐγχειρέω και συνηρημένο ἐγχειρῶ

  1. βάζω το χέρι μου, αποπειρώμαι, προσπαθώ, επιχειρώ, αναλαμβάνω

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία