Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική επέμβαση επεμβάσεις
γενική επέμβασης
& επεμβάσεως
επεμβάσεων
αιτιατική επέμβαση επεμβάσεις
κλητική επέμβαση επεμβάσεις

  Ετυμολογία Επεξεργασία

επέμβαση < ελληνιστική κοινή ἐπέμβασις < αρχαία ελληνική ἐπέμβαίνω < ἐπί + ἐμβαίνω < ἐν + βαίνω ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική intervention)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ε.ˈpεm.va.si/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

επέμβαση θηλυκό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία