Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η επέμβαση οι επεμβάσεις
      γενική της επέμβασης* των επεμβάσεων
    αιτιατική την επέμβαση τις επεμβάσεις
     κλητική επέμβαση επεμβάσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, επεμβάσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

επέμβαση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐπέμβα(σις) + -ση < ἐπέμβαίνω < ἐπί (επ-) + ἐμβαίνω < ἐν + βαίνω (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική intervention)[1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /eˈpeɱ.va.si/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ε‐πέμ‐βα‐ση

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

επέμβαση θηλυκό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία